ἀφαυρός

ἀφαυρός
Grammatical information: adj.
Meaning: `weak' (Il.).
Derivatives: Denom. ἀφαυροῦται (Erot., v. l. ἀμαυροῦται), as explnation of ἀμαλδύνεται.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Unknown. These words are often explained as contaminations (s. Frisk), for which there is no reason; it only testifies to our ignorance. Much more probably Fur. 330 compares φαῦρος κοῦφος H., φλαῦρος (with inserted λ?) and φαῦλος. I suggest that ἀμαυρός \/ μαυρός is also cognate (with μ \/ labial stop, e.g. λαφύσσω \/ λαμυρός etc., Fur. 224ff.; note the v.l. of the verb cited above). Note that -αυρος can hardly be IE (-eh₂u-ro-?).
Page in Frisk: 1,194

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αφαυρός — ἀφαυρός, ά, όν (Α) 1. ανίσχυρος, αδύνατος, αδύναμος, ασθενικός (συνήθως στον συγκριτικό και υπερθετικό βαθμό) 2. (για τροφές) λιγότερο, πολύ λίγο θρεπτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Υποστηρίζεται ότι ο σχηματισμός της λ. αφαυρός οφείλεται σε… …   Dictionary of Greek

  • ἀφαυρός — feeble masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφαυρά — ἀφαυρός feeble neut nom/voc/acc pl ἀφαυρά̱ , ἀφαυρός feeble fem nom/voc/acc dual ἀφαυρά̱ , ἀφαυρός feeble fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφαυρότερον — ἀφαυρός feeble adverbial comp ἀφαυρός feeble masc acc comp sg ἀφαυρός feeble neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφαυροτέραις — ἀφαυρός feeble fem dat comp pl ἀφαυροτέρᾱͅς , ἀφαυρός feeble fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφαυρῶν — ἀφαυρός feeble fem gen pl ἀφαυρός feeble masc/neut gen pl ἀφαυρόω make weak pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀφαυρόω make weak pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀφαυρόω make weak pres part act masc nom sg ἀφαυρόω make weak… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφαυρόν — ἀφαυρός feeble masc acc sg ἀφαυρός feeble neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφαυρότατον — ἀφαυρός feeble masc acc superl sg ἀφαυρός feeble neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφαυραί — ἀφαυρός feeble fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφαυροτάτη — ἀφαυρός feeble fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφαυροτάτοιο — ἀφαυρός feeble masc/neut gen superl sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.